Βιβλίο για τις εκκλησίες και τα μοναστήρια της Άνω Δερόπολης ~ Βορειοηπειρωτικά

Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

Βιβλίο για τις εκκλησίες και τα μοναστήρια της Άνω Δερόπολης

Της ΛΕΝΑΣ ΓΙΩΒΑΝΝΗ - ΓΚΙΚΑ

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204, στις βυζαντινές αριστοκρατικές οικογένειες (Φιλανθρωπινοί, Στρατηγόπουλοι, Μελισσινοί…) οι οποίες περιπλανιότανε κάτω από δυσμενείς συνθήκες και “κατοικία ανεψηλάφων”, παραχωρηθεί σ’ αυτούς “των Ιωαννίνων πολίδιον” ως “σώτειρα κιβωτός” για εγκατάσταση και απετέλεσαν, μετά την γνωμοδότηση για νομιμοποίησή τους από τον ιεράρχη λόγιο Ιωάννη Απόκαυκο, τον πυρήνα της αριστοκρατίας της καστροπολιτείας και είναι από τους πρώτους πρόσφυγες οι οποίοι ενσωματώνονται στην πόλη.

Όμως η προσφυγιά, κι αν έχει αρχή, δεν έχει τελειωμό. Περνώντας τα χρόνια οι αιώνες από την ίδρυση της πόλης, τα Γιάννενα, για διαφόρους λόγους κάθε φορά, δέχονται πρόσφυγες είτε ξένους κυρίως από τον βορρά είτε Έλληνες.

Τον 18ο αιώνα, εποχή της μεγάλης άνθισης των γραμμάτων στα Γιάννενα εγκαθίστανται πολλοί Έλληνες στην πόλη με σκοπό να μαθητεύσουν στα περίφημα σχολεία της. Πολλοί από αυτούς είναι από τη βόρια περιοχή της Ηπείρου όπως οι Δροπολίτες ιερείς Ζήσης και Κωνσταντίνος μαθητές του Κοσμά Μπαλάνου. Στον τόπο τους ιδρύουν τα περίφημα σχολεία της Δρόβιανης μαζί με τον συμμαθητή τους τον εξ Αργυροκάστρου Ιερεμία. Μαθητής του Αθανασίου Ψαλίδα είναι και ο Κοσμάς ο Θεσπρωτός δάσκαλος, λόγιος και γεωγράφος από τους Γεωργουτσάτες της Δερόπολης, Βόρειας Ηπείρου σημερινής Νότιας Αλβανίας, μεγάλη πνευματική προσωπικότητα.

Με την χάραξη των συνόρων έρχονται στα Γιάννενα πολλοί, πολιτικοί αυτή τη φορά, πρόσφυγες από τη Βόρειο Ήπειρο και με κυριότερους σταθμούς το 1913 -1914, το 1921, το 1930 - 35, το1940 - 50 και με αποκορύφωμα την πρωτοχρονιά του 1991 με το άνοιγμα των συνόρων.

Ερχόμενοι οι εκ Βορείου Ηπείρου πρόσφυγες στην πόλη μας, την εμπλουτίζουν όχι μόνο με ανθρώπινο εργατικό δυναμικό, αλλά και με τεχνίτες, εμπόρους, εκδότες, επιχειρηματίες, επιστήμονες και παράλληλα, η πόλη και η Ελλάδα ολόκληρη, δέχεται τις Ευεργεσίες, των απανταχού σκορπισμένων Βορειοηπειρωτών. Γεννήθηκα από γονείς, πολιτικούς πρόσφυγες, από την Βόρειο Ήπειρο.

Μέσα μου με πλημμυρίζουν ακόμη, οι ήχοι από τα αργόσυρτα, πολυφωνικά τραγούδια της πεντατονίας.

Εμείς, στα όμορφα μικράτα μας, δεν γνωρίζαμε τα παραμύθια της Δύσης. Στο μεγάλωμά μας, μας συντρόφευαν οι μύθοι και οι θρύλοι της σκλαβωμένης πατρίδας.

Χωριό δεν είχαμε για να περνάμε τις καλές μέρες της πασχαλιάς. Για μας χωριό ήτανε οι ράχες του Πωγωνίου. Από εκεί, από την Χρυσόδουλη και το Αργυροχώρι, ο πατέρας και η μάνα αγνάντευαν τα σπίτια τους, τις εκκλησιές τους και πονούσαν και μέσα από τον πόνο τους, έβγαιναν ατελείωτες οι ιστορίες για τα μοναστήρια του προφήτη Ηλία και της Άγιας Λίτας τις εκκλησίες του Αι Γιώργη και του Αι Θανάση, το κοιμητήρι του Αι Νικόλα…τα εξωκκλήσια και τα προσκυνήματα του τόπου τους.

Τα χρόνια περνούν και φάνηκε η πρωτοχρονιά του1991 και είδαμε την προσφυγιά εκ Βορείου Ηπείρου να ανεβαίνει κουρέλι την ανηφόρα της Ανάγκης, λες και ξεπήδησε μέσα από την ελεγεία του Σπαρτιάτη Τυρταίου [7ος αι. π.Χ.].

«…Όμως να αφήνει κανείς τον τόπο του…

και διακονιάρης να ζη, να ο πιο μεγάλος καημός,

με τη γυναίκα του, το γερο πατέρα, τη δόλια τη μάνα

και τα μικρά του παιδιά να τριγυρνά εδώ και εκεί.

Εκεί που τον σπρώχνει η ανάγκη και η έρμη η φτώχεια τον φέρνει.

Όπου να πάει μισητός θα ‘ναι στους ντόπιους παντού

Χάνει την κάθε ομορφιά του κορμιού, τη γενιά του ντροπιάζει

Τον ακολουθούν προστυχιές και καταφρόνιες σωρός

Ξεσπιτωμένο φτωχό και την κλήρα που πίσω του αφήνει

Δεν τον φροντίζει κανείς και ούτε κανείς τον ψηφά…»

(Μεταφρ.: Θρ. Σταύρου)

Και ήρθε ο Γενάρης του 2013. Οι συμπατριώτες μου, σιγά - σιγά ορθοποδούν. Γιορτάζουν την καινούρια χρονιά. Ο σύλλογος “των εν Ηπείρω Άνω Δροπολιτών” κόβει την πρωτοχρονιάτικη πίττα.

Ο πρόεδρος του συλλόγου, μου συνιστά το νεοκδοθέν βιβλίο του καλλιτέχνη Γεωργίου Θεοφ. Μήτση, με τίτλο «Μοναστήρια, εκκλησίες, εξωκκλήσια, εικονίσματα Άνω Δερόπολης».

Ο συμπατριώτης μου καλλιτέχνης και συγγραφέας συγχρόνως, με φιλεύει, με όλη τη σεμνότητα και την ευγένεια που τον διακρίνει, με την πρόσφατη έκδοση του έργου του και εγώ τη δέχομαι ως αντίδωρο της γνώσης του, του πόνου του και του κόπου του.

Γεννημένος στο Κλεισάρι της Άνω Δερόπολης, το 1957, σπουδαζει ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών στα Τίρανα και εργάζεται ως καθηγητής ζωγραφικής στο καλλιτεχνικό Λύκειο Αργυροκάστρου.

Από το 1990 ζει και εργάζεται στα Γιάννενα, ως καθηγητής εικαστικών.

Είναι μέλος του Επιμελητηρίου Καλλιτεχνικών Μαθημάτων και μέλος της Ένωσης Συγγραφέων και καλλιτεχνών Αλβανίας. Συμμετέχει σε τριάντα πέντε ομαδικές εκθέσεις και πραγματοποιεί έντεκα ατομικές στην Ελλάδα, Αλβανία, Γερμανία, Κύπρο και Ιαπωνία. Έργα του βρίσκονται σε μουσεία, πινακοθήκες, ιδιωτικές συλλογές και δημόσιους χώρους στην Ελλάδα, Αλβανία, Γερμανία, ΗΠΑ, Αυστραλία, Κύπρο και Ιαπωνία. Το 2011 τιμήθηκε με το βραβείο “Μίο” σε διεθνή έκθεση στην Κορυτσά, στην οποία συμμετείχαν σαράντα δύο ζωγράφοι από διάφορες χώρες.

Ο συγγραφέας καλλιτέχνης, χαίρει μεγάλης εκτίμησης στους εικαστικούς κύκλους τόσο της Αλβανίας όσο και της Ελλάδας.

Η παρούσα έκδοση, τραβά αμέσως το βλέμμα του αναγνώστη με την καλαίσθητα επιμελημένη εμφάνισή της. Μαύρο, σαγρέ σκληρό χαρτί το εξώφυλλο και πάνω του χαραγμένο με μεγαλογράμματη ορθή γραφή, το όνομα του συγγραφέα-καλλιτέχνη, στο κάτω μέρος, ο τόπος και ο χρόνος της έκδοσης. Στο κέντρο, ο τίτλος του βιβλίου, χαραγμένο με εκκλησιαστική γραφή, όλα τυπωμένα με αργυρή μελάνη.

Στο πρώτο δίπλωμα του εξώφυλλου προς τα μέσα (αυτί) αναγράφεται το βιογραφικό του Γ. Θ. Μήτση. Στο τελευταίο, οι οφειλόμενες ευχαριστίες στο Μακαριότατο Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας κ. Αναστάσιο που ευλόγησε την έκδοση του βιβλίου, στον Περιφερειάρχη Ηπείρου κ. Αλεξ. Καχριμάνη για την αμέριστη βοήθειά του, στον Αν. Παπασταύρο και Μ. Παντούλα για τη συνεχή ενθάρρυνσή τους, στο Φίλιππο Γιωβάννη και στον Ορφέα Μπέτση για τις σημαντικές πληροφορίες, στο Νικο Ντόντη για την ηλεκτρονική δακτυλογράφηση του κειμένου, στους συμπατριώτες Ανωδεροπολίτες που συνταξίδεψαν μαζί του, στην οικογένεια του για τη συνεχή συμπαράστασή της, στις καλλιτεχνικές του αναζητήσεις.

Την επιμέλεια της έκδοσης την έκανε ο Μιχάλης Παντούλας π. βουλευτής Ιωαννίνων.

Ακολουθεί ο πρόλογος - έπαινος για όλο το έργο του Γ. Θ. Μήτση αλλά και για την παρούσα έκδοση, από τον αρχιτέκτονα κ. Αναστάσιο Παπασταύρο π. Δήμαρχο Ιωαννίνων.

Στην τρίτη σελίδα, η «εκ βαθέων» εξομολόγηση μας του συγγραφέα - καλλιτέχνη μας δίνει την αιτία που τον οδήγησε στη γέννηση του βιβλίου, δηλαδή τη θέλησή του να αναδείξει ένα σπουδαίο στοιχείο της ταυτότητας μας, που στο διάβα των αιώνων διαφύλαξε ακέραιη και αμόλυντη την εθνική μας συνείδηση, τον πολιτιστικό μας πλούτο, τη μητρική μας γλώσσα την ορθόδοξη πίστη και παράδοση μας. Να καταθέσει την ευγνωμοσύνη του προς τους συμπατριώτες του που την διατήρησαν και σ’ αυτούς που εξακολουθούν να τη στηρίζουν. Πηγή όμως αληθινή για το έργο του, είναι οι θύμησες που κουβαλά από το παρελθόν και γίνονται έκφραση των ματιών του. Και πώς μπορεί να ξεχάσει κανείς, το γκρέμισμα του καμπαναριού του Αι Νικόλα στο Κλεισάρι που “έπεσε μονοκόμματο, χωρίς να διαλυθεί, όπως σωριάζεται ένας άδικα δολοφονημένος άνθρωπος”, το ξύρισμα του παπά Βίτο παρουσία των μαθητών, τις μικρές φλογίτσες που άναβαν κρυφά τα βράδια στις ερειπωμένες εκκλησιές, τα κρυφά πεταμένα στα σοκάκια, τσόφλια από κόκκινα αβγά, την Ανάσταση.

Μνήμες, μνήμες τυπωμένες στο χαρτί, ζωγραφισμένες από το σταθερά ευέλικτο χέρι του καλλιτέχνη.

Όλο το έργο είναι χωρισμένο σε τρεις ενότητες των οποίων προηγείται πυκνό χρονικό και η χαρτογράφηση της Άνω Δερόπολης.

Θέμα της πρώτης ενότητας τα μοναστήρια, της δεύτερης οι εκκλησίες, τα εξωκκλήσια και τα προσκυνήματα. Κάθε φύλλο συνέχεται από ένα δυαδικό αγκάλιασμα γραπτού λόγου και ζωγραφικής.

Στην πρώτη σελίδα του φύλλου, ο συγγραφέας με σκέψη ερευνητή μας οδηγεί στο γεωγραφικό - ιστορικό πλαίσιο του θέματος που διαπραγματεύεται. Ο λόγος του λιτός μας αναδεικνύει το απέριττο πυκνό ύφος του. Διαφορετικό από το εξομολογητικό – βιωματικό ύφος του προλόγου, μας κάνει ικανούς να οικειοποιηθούμε την ζωγραφιά που ακολουθεί στην απέναντι σελίδα και όπως αναφέρει ο Αν. Παπασταύρου να τον κατατάξουμε στους ‘’λογοτέχνες-ερευνητές’’.

Η απόδοση των μοναστηριών, εκκλησιών κλπ. στο χαρτί, γίνεται με την δύσκολη, μη επιδεχόμενη διόρθωση, τεχνική “ζωγραφική με μαύρο μελάνι”.

Το θέμα αναφοράς του καλλιτέχνη, βρίσκεται στο κέντρο της σελίδας. Εκεί επικεντρώνεται το βλέμμα του θεατή - αναγνώστη και τον οδηγεί να εξερευνήσει το τοπίο γύρο του, το οποίο συνεπικουρεί στην ανάδειξη του κυρίως θέματος καθώς ο καλλιτέχνης συναρμολογεί τον όγκο και το βάθος του κτίσματος, παίζοντας με διάφορα πάχη αλάθητων γραμμών, μέσω μιας λιτής, μονοχρωματικής τονικότητας.

Η αρμονική διάταξη των επιφανίων και η ισορροπία των σχημάτων αποκαλύπτουν στο θεατή - αναγνώστη, την ευαισθησία του καλλιτέχνη και την ικανή διείσδυση στο θέμα η οποία απορρέει μέσα από τη γνώση, το ταλέντο και την επιθυμία του, να αποδώσει το ιστορικό αποτύπωμα του τόπου του, να αποδείξει, χορεύοντας το πενάκι στο χέρι του, αλάθητα, τη συνέχεια της φυλής του, μέσα σε καιρούς δίσεκτους Στην τρίτη ενότητα ο Γ. Θ. Μήτσης μας παραθέτει τρεις πίνακες στους οποίους απαριθμεί στον πρώτο τα μοναστήρια της Άνω Δερόπολης, στο δεύτερο τα μοναστήρια κατά τον τιμώμενο Άγιο ή Αγία και το χρόνο κτίσης τους και στον τρίτο πίνακα τα μοναστήρια, τις εκκλησίες, εξωκκλήσια και εικονίσματα ανά χωριό. Ταξινόμηση η οποία απαιτεί σοβαρή υπεύθυνη και επίπονη δουλειά.

Μελετώντας προσεκτικά την ξεχωριστή αυτή έκδοση, μαθαίνουμε ότι στην περιοχή της Άνω Δερόπολης υπάρχουν: έξι μοναστήρια, εβδομήντα έξι εκκλησίες και είκοσι έξι εικονίσματα.

Εξ αυτών έντεκα εκκλησίες ή μοναστηριακοί ναοί παραμένουν κατεστραμμένοι και αναμένουν την ανακαίνιση τους, δεκατρείς έχουν κτισθεί εκ βάθρων ή ανακαινισθεί, από την ιερά Αρχιεπισκοπή Αλβανίας με τις ευλογίες του Μακαριότατου Αυτής Αρχιεπισκόπου Αναστάσιου, είκοσι τρεις έχουν ανακαινισθεί από τις τοπικές ενοριακές επιτροπές κάθε χωριού, είκοσι οκτώ εξ ολοκλήρου από ιδιώτες ή από ιδιώτες με τη συνδρομη των ενοριακών ταμείων. Τα είκοσι έξι εικονίσματα έχουν κτισθεί όλα από ιδιώτες, στην ίδια ακριβώς θέση παλαιοτέρων, διασώζοντας στη μνήμη, το σεβασμό στη παράδοση της φυλής.

Συμπερασματικά αναφέρουμε ότι η ναοδομία αυτής της περιόδου, δηλαδή των τελευταίων είκοσι δύο ετών, μπορεί να συγκριθεί μόνο με το έργα που επετέλεσε ο Επίσκοπος Δρυινοπόλεως Δοσιθεος ο οποίος στα τέλη του 18αι. είχε ανακαινίσει ή κτίσει πάνω από εξήντα εκκλησίες.

από: Aftonomi.gr