ΑΜΥΝΑ ΚΑΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ: Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ ~ Βορειοηπειρωτικά

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2013

ΑΜΥΝΑ ΚΑΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ: Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ


Του Σαμπάν Μουράτι, πρέσβη ε.τ. της Αλβανίας όπως δημοσιεύει το περιοδικό Άμυνα και Διπλωματία

Τα κοινά κυβερνητικά συμβούλια δύο χωρών αποτελούν ίο νέο φαινόμενο στις διεθνείς σχέσεις στα Βαλκάνια μετά από τη λήξη ίου Ψυχρού Πολέμου και την πτώση του κομμουνισμού. Η νέα (για τα Βαλκάνια) διπλωματική πρακτική γίνεται πιο εντατική στη δεύτερη δεκαετία του τρέχοντος αιώνα. 0 περιφερειακός χάρτης των κοινών κυβερνητικών συμβουλίων, με τη συμμετοχή όλων των κατόχων χαρτοφυλακίων από χώρες, είναι αρκετά ποικίλος και, όπως συμβαίνει στα Βαλκάνια, πότε εξηγείται με την πολιτική ή ιστορική λογική και πότε είναι αδύνατο να εξηγηθεί.

Πρόκειται για φαινόμενο, στα κύματα του οποίου συμπεριλαμβάνονται σχεδόν όλα τα βαλκανικά κράτη. Στις 17 Δεκεμβρίου 2012, συνήλθε στην Αθήνα το κοινό συμβούλιο των κυβερνήσεων της Βουλγαρίας και Ελλάδας, το οποίο ήταν το δεύτερο μετά από εκείνο που έλαβε χώρα τον Ιούλιο του 2010 στη Σόφια. Στις 18 Δεκεμβρίου, ο Βούλγαρος υπουργός Εξωτερικών Νικολάι Μπλαντένοφ, μετά από επίσκεψη στο Βελιγράδι και συνομιλίες με τον Πρωθυπουργό και τον υπουργό Εξωτερικών της Σερβίας, ανακοίνωσε ότι η Βουλγαρία και η Σερβία έχουν συμφωνήσει να υπογράψουν, το ταχύτερο δυνατό, «Σύμφωνο Συνεργασίας και Καλής Γειτονίας» και να προετοιμάσουν το κοινό συμβούλιο των δύο κυβερνήσεων, στη βάση του υπάρχοντος προτύπου της Βουλγαρίας με την Ελλάδα, την Τουρκία και τη Ρουμανία.

Οι αντιφάσεις της πολιτικής διανόησης και της διπλωματίας της Αλβανίας αποτυπώνονται, παραστατικά, στην απεικόνιση των (φιλότεχνη μένων επί κομμουνιστικού καθεστώτος) παρτιζάνων δίπλα στα σύγχρονα σύμβολα του ΝΑΤΟ.
Στις 18 Οκτωβρίου 2012, ο πρωθυπουργός της Ρουμανίας Βίκτορ Πόντα είχε επισκεφθεί το Βελιγράδι και, μετά από συζητήσεις με τον Σέρβο ομόλογό του, ανακοίνωσε ότι, στις αρχές του 2013, θα συνέλθει κοινό συμβούλιο των δύο κυβερνήσεων και ότι έχουν συμφωνήσει αυτό να συνέρχεται μια φορά το χρόνο. Στις 20 Μαρτίου 2012 είχε επίσης συνέλθει κοινό συμβούλιο των κυβερνήσεων της Τουρκίας και Βουλγαρίας. Στις 12 Οκτωβρίου 2012, στις συνομιλίες του Σέρβου Πρωθυπουργού στη Βουδαπέστη με τον Ούγγρο ομόλογό του, συμφωνήθηκε η έναρξη των προετοιμασιών, ώστε, κατά το έτος 2013, να συνέλθει κοινό συμβούλιο των κυβερνήσεων των δύο χωρών. Στις 12 Οκτωβρίου 201,1 είχε συνεδριάσει το πρώτο κοινό συμβούλιο των κυβερνήσεων της Ρουμανίας και Βουλγαρίας. Στη βαλκανική χρονολογία των κοινών συμβουλίων των κυβερνήσεων δύο χωρών, σημειώνονται ακόμα τα συμβούλια των κυβερνήσεων της Σλοβενίας με την Ουγγαρία, της Κροατίας με τη Σλοβενία, της Ρουμανίας με την Ουγγαρία, της Σερβίας με την Ιταλία, καθώς και της Βουλγαρίας με το Ισραήλ. Στις 28 Νοεμβρίου 2012, ο υπουργός Εξωτερικών της Βουλγαρίας, μέσω επίσημης επιστολής προς τον ομόλογό του της FΥRΟΜ, παρουσίασε την πρόταση της βουλγαρικής κυβέρνησης να συνέρχεται κοινό συμβούλιο των κυβερνήσεων των δύο χωρών κάθε χρόνο.

Δανεική πρακτική

Για τα Βαλκάνια, η διεξαγωγή κοινών συμβουλίων των κυβερνήσεων δύο χωρών είναι μια νέα διπλωματική πρακτική, φυσικά δανεισμένη από τη δυτική πρακτική και, συγκεκριμένα, από το γαλλο-γερμανικό πρότυπο, σύμφωνα με το οποίο έχει θεσμοθετηθεί τακτικό κοινό συμβούλιο του Παρισιού και του Βερολίνου κάθε χρόνο, ένα την άνοιξη και ένα το φθινόπωρο. Στο επίπεδο της διπλωματίας, της πολιτικής και της ασφάλειας, η διεξαγωγή κοινών συμβουλίων κυβερνήσεων δύο βαλκανικών χωρών πρέπει να εκληφθεί ως φυσιολογική και θετική εξέλιξη, ως δυνατότητα και ως ευρύτερος χώρος συζήτησης των σχέσεων και των διμερών προβλημάτων, αλλά και της αποτελεσματικότητας στη λήψη κυβερνητικών αποφάσεων και σύναψης συμφωνιών που υπογράφονται μεταξύ δύο κρατών. Η διεξαγωγή κοινών συμβουλίων δείχνει υψηλότερο επίπεδο εμπιστοσύνης και σχέσεων μεταξύ δύο κρατών, ενώ υπογραμμίζει και τον ειδικό χαρακτήρα τους.

Παρακολουθώντας τη δυναμική του φαινομένου των κοινών διμερών συμβουλίων των κυβερνήσεων διαφόρων βαλκανικών κρατών, πικρή γεύση προ-καλεί η διαπίστωση ότι η Αλβανία και η κυβέρνησή της δεν εμφανίζονται σε καμιά συνάντηση αυτού του είδους. Η Αλβανία, επί του παρόντος, βρίσκεται έξω από αυτή τη νέα διπλωματική πρακτική σχα Βαλκάνια, γεγονός που δεν μπορεί να μην προκαλέσει ερωτήματα σχετικά με το ρόλο και το πραγματικό βάρος που έχει (ή που πρέπει να έχει) στις βαλκανικές διεργασίες. Ποια είναι τα στοιχεία που καθιστούν πιο ακατανόητη αυτή την κατάσταση, στην οποία η Αλβανία παραμένει έξω από την πρακτική και το σχεδίασμά του ενός ή του άλλου βαλκανικού κράτους για τη διεξαγωγή κοινών διμερών κυβερνητικών συμβουλίων;

Το πρώτο στοιχείο εκτίμησης και ανάλυσης είναι το γεγονός ότι η Αλβανία, μολονότι είναι μέλος του ΝΑΤΟ, κανένα βαλκανικό κράτος-μέλος της Συμμαχίας δεν της έχει προτείνει τη διεξαγωγή κοινών κυβερνητικών συμβουλίων. Αυτό σημαίνει ότι κανένα, γειτονικό, μέλος του ΝΑΤΟ δε εκτιμά ότι η Αλβανία μπορεί να απολαμβάνει στις διμερείς σχέσεις τόσο υψηλό στάτους αξιοπιστίας, ώστε να επιτρέπει τη διεξαγωγή κοινού συμβουλίου. Μας αρέσει ή όχι, αυτό σημαίνει ότι και το ενδιαφέρον τους για την Αλβανία δεν είναι ακόμη στο βαθμό που αρμόζει σε έναν σύμμαχο, σε ένα μέλος της Ατλαντικής Συμμαχίας.

Το δεύτερο σημαντικό στοιχείο είναι το γεγονός ότι η Αλβανία έχει υπογράψει «Σύμφωνα Φιλίας και Συνεργασίας» με το σύνολο των βαλκανικών κρατών: με την Ελλάδα, την Τουρκία, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Κροατία. Ως κανόνας, η υπογραφή των Συμφώνων αυτής της φύσης θεωρείται ως ο υψηλότερος βαθμός των νομικών συμβατικών σχέσεων μεταξύ δύο κρατών. Ωστόσο και όλα ία βαλκανικά κράτη, με τα οποία η Αλβανία έχει υπογράψει τα Σύμφωνα Φιλίας, διεξάγουν κοινά διμερή κυβερνητικά συμβούλια μεταξύ τους, ή με κράτη που δεν είναι μέλη του ΝΑΤΟ και με τα οποία δεν έχουν υπογράψει Σύμφωνα Φιλίας. Όμως όχι με την Αλβανία! Αυτό σημαίνει ότι η υπογραφή των Συμφώνων Φιλίας δεν συνεχίστηκε με τη γεωμετρική κλιμάκωση της απήχησης των θέσεων και ούτε με τη δημιουργία εκείνων των επιπέδων εμπιστοσύνης και συμφέροντος που θα οδηγούσαν στη διεξαγωγή κοινού κυβερνητικού συμβουλίου ενός εταίρου με την Αλβανία.
Το τρίτο, εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο και στον ίδιο βαθμό παράλογο, είναι η μη διεξαγωγή ενός κοινού κυβερνητικού συμβουλίου της Αλβανίας και του Κοσόβου. Είναι δύο βαλκανικά κράτη που αποτελούν μέρος του ιδίου ζωτικού και στρατηγικού εθνικού ζητήματος, τα οποία έχουν στο επίκεντρο της εξωτερικής πολιτικής την ευρωατλαντική ένταξη και, κατά έναν ανεξήγητο τρόπο, δεν έχουν οργανώσει ακόμη ένα κοινό συμβούλιο. Μήπως αυτό προέρχεται από το γεγονός ότι, στους ηγέτες των Τιράνων και της Πρίστινας, αρέσουν περισσότερο τα φολκλορικά πυροτεχνήματα του πατριωτισμού, που εκτοξεύουν προς τα παράθυρα ο ένας του άλλου και που σβήνουν μαζί με τις γιορτές, από όσο οι θεσμοθετημένες ενέργειες της εθνικής ολοκλήρωσης; Είναι ένα στοιχείο που πρέπει να εξεταστεί. Η ευθύνη για τη μη διεξαγωγή είναι των δύο κυβερνήσεων, αλλά η διπλωματική και εθνική λογική βαραίνει περισσότερο τη ζυγαριά της ευθύνης προς την Αλβανία, η οποία, ως μέλος του ΝΑΤΟ και με 1ΟΟετή εμπειρία κρατικής και διπλωματικής λειτουργίας, έπρεπε να ήταν πρωτοπόρος για ένα κοινό κυβερνητικό συμβούλιο. Επιπλέον, επειδή πρόκειται για βαλκανική διπλωματική πρακτική, η οποία εφαρμόζεται από τα άλλα κράτη, τα Τίρανα θα μπορούσαν να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Σερβίας, η οποία στις 2 Οκτωβρίου 2012 διεξήγαγε στην Μπάνια Δούκα ίο τρίτο κοινό συμβούλιο της Σερβίας και της «Serpska Republika». Το Βελιγράδι διεξάγει κοινά κυβερνητικά συμβούλια με έναν σέρβικο φορέα, ο οποίος είναι μέρος ενός ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους, όπως είναι η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, περιφρονώντας την κυριαρχία του ιδίου του κράτους.
O πρωθυπουργός της Αλβανίας Σάλι Μπερίοα έχει προοδεύσει στο επίπεδο των διεθνών επαφών του, αλλά δεν έχει καταφέρει να καλύψει το κενό σχέσεων με τις γειτονικές χώρες-εταίρους στο ΝΑΤΟ.
Αυτή η δυσάρεστη κατάσταση, όπου η Αλβανία βλέπει τον εαυτό της έξω από τη νέα διπλωματική πρακτική και τις σχέσεις στα Βαλκάνια, ακόμη δεν έχει προβληματίσει και δεν έχει θέσει σε κίνηση την κυβέρνηση και διπλωματία της χώρας. Σ’ αυτή την κατάσταση, πρέπει να ενσκήψουμε και να αντιδράσουμε άμεσα, γιατί η Αλβανία διατηρεί μια τέτοια κατάσταση, την οποία δύναται να αποκαλέσουμε κατώτερη, τη στιγμή που τα κράτη της ιδίας χερσονήσου, εκ των οποίων ένα μέρος ανήκει στο ίδιο στρατιωτικό μπλοκ, δεν έχουν σε εκτίμηση τον παράγοντα «Αλβανία» στη βαλκανική ή εξω βαλκανική τους πολιτική. Πρόκειται για μια κατάσταση, η οποία πρέπει να χαρακτηριστεί απαράδεκτη από την αλβανική διπλωματία και κυβέρνηση στο γεωστρατηγικό επίπεδο και στο επίπεδο της εθνικής ασφάλειας. Πρόκειται για μια κατάσταση, η οποία πρέπει να υπαγορεύσει στα Τίρανα την πραγματική και γενική αναθεώρηση των σχέσεώς τους με τα βαλκανικά κράτη και στην οποία δεν πρέπει να υπάρχει εφησυχασμός με την αυτουπόδειξη ότι, επειδή είμαστε πλέον όλοι μαζί στο ευρωατλαντικό πλοίο, δεν έχει σημασία, εάν οι συνχερσονήσιοι μας, μας χειρίζονται ως επιβάτες της τρίτης κατηγορίας του ιδίου πλοίου.

Δεν πρέπει να ξεχάσουμε ούτε στιγμή ότι στις διεθνείς σχέσεις στα Βαλκάνια, πέρα από τα γενικά ευρωατλαντικά συμφέροντα, υπάρχουν εντός αυτών και τα ιδιαίτερα συμφέροντα των κρατών της περιοχής, τα οποία δεν συμπίπτουν, πάντα, με τα εθνικά συμφέροντα της Αλβανίας και των Αλβανών ως έθνος. Έχει παρατηρηθεί και έχει παρακολουθηθεί από την αλβανική διπλωματία και την κυβέρνηση το νέο φαινόμενο στη βαλκανική διπλωματική πρακτική, το οποίο, σε κάποιο χρονικό διάστημα στο μέλλον, μπορεί να επιφέρει σοβαρές αρνητικές συνέπειες για το εθνικό μας συμφέρον; Δύσκολα να απαντήσεις καταφατικά, διότι η ευθύνη δεν πρέπει να ζητηθεί μόνο στα άλλα εταιρικά της Αλβανίας κράτη στα Βαλκάνια, αλλά και στην ίδια. Διότι, εάν τα Τίρανα ακολουθούσαν τη δυναμική των βαλκανικών διεθνών σχέσεων, θα μπορούσε να ήταν η ίδια η Αλβανία πρωτοπόρος της εφαρμογής της νέας πρακτικής. Διότι πανεύκολα η Αλβανία θα μπορούσε να είχε προτείνει τη διοργάνωση κοινών κυβερνητικών συμβουλίων και στην Τουρκία, και στην Ελλάδα, και στην Κροατία, και στη Βουλγαρία, για να συνεχίσει, στην πορεία, με άλλα κράτη. Αλλά, ακόμη κι αν στο επίπεδο των διμερών κρατικών σχέσεων, τα Τίρανα δεν έβρισκαν θετική απάντηση στις προσκλήσεις τους, πολύ εύκολα μπορούσαν να είχαν υλοποιήσει την πρακτική ενός κοινού κυβερνητικού συμβουλίου δύο κρατών: της Αλβανικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας του Κοσόβου, στα Τίρανα ή στην Πρίστινα.

Διαπιστώνοντας την απομόνωση της Αλβανίας από τη νέα βαλκανική πρακτική, μπορεί να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι οι αδυναμίες πρέπει να αναζητηθούν στην επαγγελματική απόδοση της αλβανικής διπλωματίας και της κυβέρνησης:

πρώτον, διότι η διπλωματία της Αλβανίας δεν ήταν σε θέση να προσφέρει δυναμικότητες και συμφέροντα που θα είχαν υποκινήσει τα άλλα κράτη της περιοχής, και ειδικά τους συμμάχους του ΝΑΤΟ, να απευθυνθούν στα Τίρανα για τη διοργάνωση κοινών κυβερνητικών συμβουλίων.

δεύτερο, διότι η διπλωματία της Αλβανίας έχει δείξει ανικανότητα στην κατανόηση και στην κινητοποίηση του δυναμικού της στην περιοχή των Βαλκανίων μετά από τη δημιουργία του ανεξάρτητου κράτους του Κοσόβου, το οποίο έχουν αναγνωρίσει περίπου 100 κράτη ανά τον κόσμο. Δεν γνώριζε όσα ήταν απαραίτητα για να εργαστεί προκειμένου να κερδίσει το στάτους της ίσης μεταχείρισης στις διεθνείς σχέσεις στα Βαλκάνια.

Από τις αρνητικές αυτές εξελίξεις για τη θέση και το ρόλο της διπλωματίας της Αλβανίας στην περιοχή, μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι υφίσταται ένα είδος διπλωματικής απομόνωσης στα Βαλκάνια, η οποία αποτελεί εφαλτήριο για περαιτέρω έρευνα ως προς το πώς διαμορφώνονται οι εσωτερικές ισορροπίες και οι διεθνείς σχέσεις στα Βαλκάνια.