Ιστορίες ελληνοαλβανικής τρέλας -από τον Χρήστο Ζαμπούνη ~ Βορειοηπειρωτικά

Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

Ιστορίες ελληνοαλβανικής τρέλας -από τον Χρήστο Ζαμπούνη

Ο Γιάννης -ας του δώσουμε αυτό το όνομα για τον φόβο των Ιουδαίων- είναι ένας επαγγελματίας ελαιοχρωματιστής που ζει κι εργάζεται στον Πολύγυρο Χαλκιδικής. Η καταγωγή του, όπως και της συζύγου του, είναι από την Αλβανία. Εως πρότινος ήταν ένας φιλήσυχος μετανάστης που δεν είχε δώσει δικαιώματα. Το ίδιο και η γυναίκα του. Ωσπου ήλθε εκείνη η μοιραία στιγμή όπου όλα, ή σχεδόν όλα, στη ζωή ενός ανθρώπου ανατρέπονται. Βρισκόμαστε στα τέλη Μαρτίου του τρέχοντος έτους. 
Ο Γιάννης απευθύνεται σε μια ξενοδόχο της περιοχής και της ζητά να της βάψει το ξενοδοχείο. «Δεν έχω να ταΐσω τα παιδιά μου», της τονίζει παρακλητικά. «Εχει βάψει όλο τον Πολύγυρο», της λένε όλοι όσοι απευθύνεται για πληροφορίες. Τον προσλαμβάνει και συμφωνούν στα 50 ευρώ το μεροκάματο. Οταν τίθεται θέμα ενσήμων την ενημερώνει ότι δεν χρειάζεται, διότι πληρώνει τον ΟΑΕΕ μόνος του. 
Εκείνη απευθύνεται στον λογιστή της, ο οποίος της επιβεβαιώνει εσφαλμένως, όπως θα καταδειχθεί αργότερα, τη δυνατότητα μη πληρωμής ενσήμων. Πράγματι, ο Γιάννης παραδίδει το έργο την προκαθορισμένη ημερομηνία. Ικανοποιημένη η ξενοδόχος, του κάνει ρεγκάλο 150 ευρώ. Τέλη Μαΐου ο ελαιοχρωματιστής τηλεφωνεί εκ νέου και απαιτεί την πρόσληψη της συζύγου του στο ξενοδοχείο. 
Ενοχλημένη από τον απειλητικό του τόνο, η επιχειρηματίας αρνείται. «Αν δεν την πάρεις, θα σε καταγγείλω στο ΙΚΑ», είναι η τελευταία του επωδός πριν κλείσουν το τηλέφωνο. Σε χρόνο ρεκόρ για ελληνική δημόσια επιχείρηση, το Ιδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων καλεί την ξενοδόχο και την υποχρεώνει να πληρώσει το ποσόν των 2.300 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνονται τα ένσημα για 21 μεροκάματα και το πρόστιμο. Ως προς αυτό αξίζει συγχαρητηρίων, και τούτο δεν γράφεται με ειρωνική διάθεση. 
Οταν η εγκληθείσα βγάζει από το πορτοφόλι της τα χρήματα για να πληρώσει μετρητοίς, η υπάλληλος της εξηγεί ότι οι δόσεις θα στοιχίσουν λιγότερο! Απίστευτο κι όμως αληθινό! Ο καταχρεωμένος οργανισμός προτιμά την επιμήκυνση από το ζεστό χρήμα που τόσο έχει ανάγκη. Η υπόθεση δεν τελειώνει εδώ. Φυλλομετρώντας το μπλοκάκι του Γιάννη, η ξενοδόχος είχε προσέξει ότι ανάμεσα στους πελάτες του ήταν δημόσιες υπηρεσίες του νομού. Κάνει επιτόπια έρευνα και διαπιστώνει ότι οι εν λόγω υπηρεσίες δεν είχαν πληρώσει ούτε αυτές ένσημα στον συγκεκριμένο εργαζόμενο. Στο εύλογο πλην αδυσώπητο ερώτημα, ακούει τη χαρακτηριστική φράση: 
«Ε, τι ψάχνεις τώρα;». Στο Τμήμα Ασφαλείας όπου έχει οδηγηθεί εν τω μεταξύ για να καταγγείλει τον μετανάστη για τις απειλές του, την ενημερώνουν ότι τόσο ο ίδιος όσο και η γυναίκα του είναι εσχάτως μόνιμοι θαμώνες του κρατητηρίου. Η σύζυγός του μάλιστα διεπληκτίσθη σε τοπικό κομμωτήριο ζητώντας αποζημίωση 10.000 ευρώ, διότι η κομμώτρια, λέει, της έκαψε τα μαλλιά. 
Δύο είναι, κατά τη γνώμη μου, τα κρίσιμα ερωτήματα που προκύπτουν από την άκρως διδακτική τούτη ιστορία. Πρώτον, πώς είναι δυνατόν ο πολίτης να σέβεται τους νόμους όταν δεν τους σέβεται το ίδιο το κράτος; Δεύτερον, είναι αλήθεια ότι οι αναθέσεις αποτέλεσαν προϊόν συναλλαγής, π.χ. βάψιμο οικιών υπαλλήλων;
Ουδείς αμφισβητεί ότι η κρίση έχει οδηγήσει μεγάλα τμήματα του πληθυσμού της χώρας σε απόγνωση. Η επιλογή της επιθετικής συμπεριφοράς εκ μέρους ορισμένων μεταναστών φρονώ ότι είναι αδιέξοδη, διότι βραχυπροθέσμως καλύπτει τις εισοδηματικές τους ανάγκες, αλλά μακροπροθέσμως ενισχύει τη φωνή της Χρυσής Αυγής που προστάζει να φύγουν ανεξαιρέτως όλοι οι ξένοι από την Ελλάδα. 
ΥΓ.: Τα στοιχεία των πρωταγωνιστών της ιστορίας είναι στη διάθεση των ενδιαφερομένων.

ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ